Αύξηση 32% στην τουριστική ζήτηση στην Ευρώπη έως το 2036 προβλέπει νέα έκθεση της Accor, με βάση στοιχεία και εκτιμήσεις της Tourism Economics.
- Η ζήτηση για τουριστικά καταλύματα στην Ευρώπη προβλέπεται να αυξηθεί κατά 32% έως το 2036.
- Οι διανυκτερεύσεις διεθνών επισκεπτών αναμένεται να αυξηθούν κατά 42%, έναντι 24% για τον εγχώριο τουρισμό.
- Οι δαπάνες των εισερχόμενων επισκεπτών εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 1,3 τρισ. ευρώ έως το 2036.
Διεθνή ταξίδια και νέες αγορές οδηγούν την ανάπτυξη
Σύμφωνα με την έκθεση, η οποία αξιοποιεί προβλέψεις της Tourism Economics, η τουριστική ζήτηση στην Ευρώπη θα ενισχυθεί σημαντικά την περίοδο 2026-2036. Ειδικότερα, οι διανυκτερεύσεις διεθνών επισκεπτών προβλέπεται να αυξηθούν κατά 42%, ενώ η αντίστοιχη άνοδος στον εγχώριο τουρισμό αναμένεται να φτάσει το 24%.
Η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε περίπου ένα δισεκατομμύριο επιπλέον διανυκτερεύσεις διεθνών επισκεπτών κάθε χρόνο. Παράλληλα, η έκθεση συνδέει την προοπτική ανάπτυξης με την αύξηση της παγκόσμιας ευημερίας, τη μεγαλύτερη διεθνή κινητικότητα, τη βελτίωση της συνδεσιμότητας και τις επενδύσεις σε τουριστικές υποδομές.
Ωστόσο, η ανάπτυξη δεν θα περιοριστεί στις παραδοσιακά δημοφιλείς αγορές. Η έκθεση καταγράφει ισχυρές προοπτικές για αναδυόμενες ευρωπαϊκές οικονομίες, καθώς και για αγορές μεγάλων αποστάσεων στην Ασία και τη Μέση Ανατολή.
Ασία, Μέση Ανατολή και αναδυόμενες ευρωπαϊκές αγορές
Παρά τη διεύρυνση των αγορών προέλευσης, η Ευρώπη θα εξακολουθήσει να αποτελεί την κύρια πηγή διεθνών επισκεπτών για την ίδια την ήπειρο. Συγκεκριμένα, το 77% των διεθνών αφίξεων το 2036 αναμένεται να προέρχεται από ευρωπαϊκές χώρες.
Την ίδια στιγμή, οι αφίξεις από αναδυόμενες ευρωπαϊκές αγορές προβλέπεται να αυξηθούν κατά 52% την επόμενη δεκαετία. Αντίθετα, η αύξηση από τις αγορές της Δυτικής Ευρώπης εκτιμάται σε 34%. Μεταξύ των αγορών με τις υψηλότερες προβλεπόμενες επιδόσεις συγκαταλέγονται η Γεωργία, με αύξηση 123%, η Μολδαβία με 107% και η Αρμενία με 76%.
Επιπλέον, οι αφίξεις από τη Μέση Ανατολή αναμένεται να αυξηθούν κατά 93%, ενώ από την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού προβλέπεται άνοδος 88%. Σε επίπεδο επιμέρους αγορών, η Κίνα εμφανίζει προβλεπόμενη αύξηση 138% και η Νότια Κορέα 121%.
Οι προβλέψεις αυτές αναδεικνύουν τη σημασία της διαφοροποίησης των αγορών προέλευσης για τον ευρωπαϊκό τουρισμό. Παράλληλα, υπογραμμίζουν τον ρόλο της διεθνούς συνδεσιμότητας στην προσέλκυση επισκεπτών από περιοχές που ενισχύουν τη συμμετοχή τους στα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων.
Η ανάπτυξη επεκτείνεται πέρα από τους καθιερωμένους προορισμούς
Η Ισπανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο αναμένεται να διατηρήσουν ισχυρή θέση στην ευρωπαϊκή τουριστική αγορά. Συνολικά, οι πέντε κορυφαίες χώρες εκτιμάται ότι θα συγκεντρώνουν πάνω από το ήμισυ των διεθνών διανυκτερεύσεων το 2036.
Ωστόσο, σύμφωνα με την έκθεση, ορισμένοι από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης θα καταγραφούν στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, στις χώρες της Βαλτικής και σε ορισμένες περιοχές των Βαλκανίων. Οι περιοχές αυτές συνδυάζουν τη βελτίωση της συνδεσιμότητας με το αυξανόμενο ενδιαφέρον για νέες και οικονομικά προσιτές ταξιδιωτικές εμπειρίες.
Κατά συνέπεια, οι συγκεκριμένες αγορές ενδέχεται να προσελκύσουν το ενδιαφέρον επενδυτών, εταιρειών ανάπτυξης ακινήτων και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων που εξετάζουν νέες τοποθεσίες για την ανάπτυξη δραστηριοτήτων. Η έκθεση, πάντως, παρουσιάζει τις προοπτικές ως προβλέψεις και όχι ως εγγυημένα αποτελέσματα.
Ποιες θα είναι οι προοπτικές για τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις;
Η διεύρυνση της διεθνούς ταξιδιωτικής αγοράς δημιουργεί, σύμφωνα με την έκθεση, ευκαιρίες για την οικονομική κατηγορία φιλοξενίας. Νέοι ταξιδιώτες από αγορές όπως η Κίνα και η Ινδία, αλλά και από ευρωπαϊκές οικονομίες με αυξανόμενα εισοδήματα, ενδέχεται να αναζητήσουν αξιόπιστες ξενοδοχειακές επωνυμίες σε προορισμούς που δεν γνωρίζουν καλά.
Ειδικότερα, η αναγνωρισιμότητα ενός ξενοδοχειακού brand μπορεί να έχει σημασία για επισκέπτες που αντιμετωπίζουν γλωσσικά εμπόδια ή χρησιμοποιούν άγνωστες πλατφόρμες κρατήσεων. Επομένως, η οικονομική φιλοξενία αποτελεί έναν από τους τομείς στους οποίους η Accor εντοπίζει δυνατότητες ανάπτυξης.
Ο Fabiano Aouad, SVP Managed Operations MEDNA της Accor, δήλωσε: “Η Ευρώπη παραμένει ο πιο επιθυμητός ταξιδιωτικός προορισμός παγκοσμίως, χάρη στην εξαιρετική πολυμορφία της. Ο κλάδος της φιλοξενίας έχει κάθε λόγο να αισιοδοξεί για το μέλλον του. Ελάχιστες περιοχές στον κόσμο μπορούν να προσφέρουν έναν τόσο πλούσιο συνδυασμό πολιτισμών, τοπίων, πόλεων, ακτογραμμών, ιστορικής κληρονομιάς, γαστρονομίας και εμπειριών, σε μια γεωγραφική περιοχή με τόσο υψηλό επίπεδο συνδεσιμότητας και προσβασιμότητας.
Παρότι οι καθιερωμένες τουριστικές αγορές θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται, η επόμενη δεκαετία θα διαμορφωθεί από νέους ταξιδιώτες, νέους προορισμούς και νέες τάσεις στη ζήτηση, καθώς οι επισκέπτες αναζητούν διαφορετικούς τόπους και εμπειρίες. Οι επιχειρήσεις που θα επωφεληθούν περισσότερο θα είναι εκείνες που θα κατανοήσουν αυτές τις αλλαγές και θα προσαρμοστούν αποτελεσματικότερα, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που δημιουργεί η εξελισσόμενη τουριστική ζήτηση”.
Τι σημαίνουν οι προβλέψεις της Accor για την ευρωπαϊκή τουριστική αγορά;
Οι προβλέψεις της Accor υποδεικνύουν ότι η τουριστική ζήτηση στην Ευρώπη θα μεταβληθεί τόσο ως προς τον όγκο όσο και ως προς τη γεωγραφική της προέλευση. Για τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, η εξέλιξη αυτή καθιστά σημαντική την παρακολούθηση διαφορετικών αγορών και την κατανόηση των αναγκών ταξιδιωτών με διαφορετικές γλώσσες, συνήθειες και προϋπολογισμούς.
Παράλληλα, η αναμενόμενη ανάπτυξη σε περιοχές εκτός των καθιερωμένων τουριστικών κέντρων αναδεικνύει τη σημασία της συνδεσιμότητας και των υποδομών. Για προορισμούς της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, της Βαλτικής και των Βαλκανίων, η αυξανόμενη ζήτηση μπορεί να δημιουργήσει περιθώρια για νέες ξενοδοχειακές επενδύσεις και διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος.
Ωστόσο, οι συνολικές ευρωπαϊκές προβλέψεις δεν αποτυπώνουν αυτομάτως την πορεία κάθε επιμέρους χώρας ή προορισμού. Οι επαγγελματίες του τουρισμού χρειάζεται να αξιολογούν τα δεδομένα ανά αγορά, να εξετάζουν τη συνδεσιμότητα και να συνυπολογίζουν το είδος της ζήτησης που μπορεί να εξυπηρετήσει κάθε προορισμός.
Πάνω από 1,3 τρισ. ευρώ Οι δαπάνες των εισερχόμενων επισκεπτών το 2036
Η έκθεση καταγράφει επίσης σημαντική αύξηση των τουριστικών δαπανών. Οι δαπάνες των εισερχόμενων επισκεπτών προβλέπεται να αυξηθούν από 825 δισ. ευρώ το 2026 σε περισσότερα από 1,3 τρισ. ευρώ το 2036, σημειώνοντας άνοδο 64%. Ειδικότερα, οι δαπάνες για τρόφιμα και ποτά αναμένεται να αυξηθούν κατά 72%, για αγορές λιανικής κατά 69% και για δραστηριότητες αναψυχής, πολιτισμού και αθλητισμού κατά 66%.
Επιπλέον, οι αφίξεις επαγγελματιών ταξιδιωτών στην Ευρώπη προβλέπεται να αυξηθούν κατά 50%, έναντι 39% για τα ταξίδια αναψυχής. Η άνοδος αναμένεται να είναι ιδιαίτερα έντονη για τους επαγγελματίες ταξιδιώτες από την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, με 118%, και από τη Μέση Ανατολή, με 112%.
Συνολικά, η έκθεση της Accor σκιαγραφεί μια ευρωπαϊκή τουριστική αγορά με υψηλότερη ζήτηση, μεγαλύτερη συμμετοχή διεθνών επισκεπτών και ευρύτερη γεωγραφική κατανομή της ανάπτυξης έως το 2036. Για τις επιχειρήσεις, η αξιοποίηση αυτών των προοπτικών θα εξαρτηθεί από την κατανόηση των αγορών προέλευσης και την προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες ανάγκες των ταξιδιωτών.
