Σε 1,22 δισ. ευρώ διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο ετησίως την τελευταία πενταετία οι νέες τραπεζικές χορηγήσεις προς τις επιχειρήσεις καταλυμάτων και εστίασης, αποτυπώνοντας την αυξημένη ροή κεφαλαίων προς έναν κλάδο που τα τελευταία χρόνια έχει προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το μερίδιο των καταλυμάτων και της εστίασης στο σύνολο των νέων τραπεζικών δανείων αυξήθηκε από 8,9% το 2020 σε 15% το 2025.
Στον ρόλο του τραπεζικού συστήματος στην ανάπτυξη και στον ποιοτικό μετασχηματισμό του ελληνικού τουρισμού αναφέρθηκε ο επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου Eurobank και πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής Οικονομικών Αναλύσεων και Προοπτικών του τραπεζικού κλάδου της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, Δρ. Τάσος Αναστασάτος (φωτ.), κατά την παρουσίαση της νέας μελέτης του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) με τίτλο «Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές».
«Ο τουριστικός κλάδος δεν έχει αυξήσει απλώς τις επενδύσεις του σε απόλυτα νούμερα τα τελευταία χρόνια. Έχει αυξήσει και το μερίδιό του στις συνολικές επενδύσεις της οικονομίας. Το μερίδιο του κλάδου των καταλυμάτων και της εστίασης στον συνολικό ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου της οικονομίας έχει αυξηθεί από το 1,52% το 1995 στο 3,26% το 2024.
Κατά μέσο όρο, την τελευταία δεκαετία, διαμορφώνεται γύρω στο 3,7%, έχει υπερδιπλασιαστεί. Εάν δει κανείς τις στρατηγικές επενδύσεις, στον τομέα του τουρισμού έχουν κατευθυνθεί περίπου 6,2 δισ. ευρώ την περίοδο 2012-2026», τόνισε μεταξύ άλλων.
Σε ό,τι αφορά το συνολικό ύψος του δανεισμού, τα υπόλοιπα των τραπεζικών δανείων προς καταλύματα και εστίαση διαμορφώθηκαν σε 10 δισ. ευρώ το 2025, υπερδιπλάσια σε σχέση με τα 4,6 δισ. ευρώ του 2016, ενώ τον Αύγουστο του 2026 ανήλθαν σε 10,9 δισ. ευρώ.
Όπως επισήμανε ο Τ. Αναστασάτος, η ανάπτυξη του τουρισμού τα τελευταία χρόνια δεν περιορίστηκε στην αύξηση των απόλυτων μεγεθών του σε επίπεδο επενδυτικών, αλλά συνοδεύτηκε και από σημαντική ποιοτική αναβάθμιση του ξενοδοχειακού δυναμικού, με αύξηση της συμμετοχής των μονάδων πέντε αστέρων τόσο στον αριθμό των ξενοδοχείων όσο και στη συνολική δυναμικότητα σε κλίνες.
«Τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων από το 2004 έως το 2025 αυξήθηκαν κατά 6,3 φορές, ενώ το μερίδιό τους στο σύνολο των ξενοδοχειακών μονάδων αυξήθηκε από 1,6% σε 8,6%. Αντίστοιχα, το μερίδιό τους στο σύνολο των ξενοδοχειακών κλινών αυξήθηκε από 7,8% σε 26%. Άρα, ο ελληνικός τουρισμός γίνεται πιο ποιοτικός όσο περνάει ο χρόνος. Και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει στηρίξει αυτή την πορεία», επεσήμανε.
Ωστόσο, κατά τον ίδιο, η επόμενη φάση ανάπτυξης δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην προσέλκυση περισσότερων επισκεπτών. «Η γενική προτεραιότητα είναι ο μετασχηματισμός του μοντέλου στη βάση της αύξησης της αξίας ανά επίσκεψη. Για να συμβεί πρέπει να συνοδευτεί από μια τεράστια αλλαγή στις επενδυτικές προτεραιότητές μας, δηλαδή περισσότερες επενδύσεις στις ιδιωτικές τουριστικές υποδομές, αλλά και στις δημόσιες υποδομές που μπορούν να στηρίξουν τον ποιοτικό τουρισμό.
Σε μια χώρα που ήταν διψασμένη για επενδύσεις τα προηγούμενα χρόνια, καλωσορίσαμε όλες τις επενδύσεις, αλλά από δω και πέρα η προτεραιότητα πρέπει να είναι οι επενδύσεις που δημιουργούν νέες παραγωγικές υποδομές, δηλαδή οι greenfield επενδύσεις, και όχι οι εξαγορές», προσέθεσε.
Επενδύσεις 5 δισ. ευρώ στον τουρισμό
Τη δυναμική του κλάδου επιβεβαιώνουν και τα ευρήματα της μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ, σύμφωνα με την οποία οι επενδύσεις στον ελληνικό τουρισμό ανήλθαν σε 5 δισ. ευρώ το 2025, με την εγχώρια προστιθέμενη αξία να υπολογίζεται περίπου στο 50%.
Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, η άμεση συμβολή του τουρισμού αντιστοιχεί στο 13% του ΑΕΠ, ενώ ο πολλαπλασιαστής της τουριστικής δραστηριότητας εκτιμάται μεταξύ 2,2 και 2,6, αναδεικνύοντας τη σύνδεση του κλάδου με ένα ευρύτερο φάσμα οικονομικών δραστηριοτήτων.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ, ο τουρισμός καλύπτει το 70% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία των ταξιδιωτικών εισπράξεων για την εξωτερική ισορροπία της οικονομίας.
Κατά την παρουσίαση της μελέτης, η πρόεδρος του ΣΕΤΕ, Αγάπη Σμπώκου, επεσήμανε ότι ο τουρισμός αποτελεί πλέον βασικό συστατικό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας και καταλύτη για την εξέλιξή του.
«Ο τουρισμός εισέρχεται σε έναν νέο κύκλο. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μεγαλώνει σε αριθμούς, αλλά να δημιουργεί μεγαλύτερη και σταθερή αξία για τις επιχειρήσεις, τους εργαζομένους, τους προορισμούς, τις τοπικές κοινωνίες και τη χώρα συνολικά», είπε χαρακτηριστικά.
Στην κατεύθυνση αυτή, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη ενίσχυσης της παραγωγικότητας τόσο του ίδιου του τουριστικού τομέα όσο και των κλάδων με τους οποίους συνδέεται.
Η συγκέντρωση σε πέντε περιφέρειες
Παρά τη σημαντική οικονομική συμβολή του, ο ελληνικός τουρισμός εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονη γεωγραφική συγκέντρωση και εποχικότητα. Είναι ενδεικτικό ότι το 90% των διανυκτερεύσεων συγκεντρώνεται σε μόλις πέντε περιφέρειες, ενώ στις υπόλοιπες οκτώ αντιστοιχεί μόλις το 10%. Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στα τουριστικά έσοδα, με τις πέντε περιφέρειες να συγκεντρώνουν επίσης το 90% του συνόλου.
Η ανισοκατανομή αυτή αναδεικνύει τα περιθώρια ανάπτυξης του τουρισμού σε περισσότερες περιοχές της χώρας, αλλά και την ανάγκη επενδύσεων σε υποδομές και προϊόντα που θα επιτρέψουν τη μεγαλύτερη γεωγραφική διάχυση της ζήτησης.
Εξίσου έντονη παραμένει η εποχικότητα. Είναι ενδεικτικό ότι το τρίτο τρίμηνο του 2025 συγκέντρωσε το 53% των συνολικών διανυκτερεύσεων, ενώ στο πρώτο τρίμηνο αντιστοιχούσε μόλις το 6%.
Η φορολογική επιβάρυνση των ξενοδοχείων
Στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι τουριστικές επιχειρήσεις περιλαμβάνεται και η φορολογική επιβάρυνση, η οποία, σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, επηρεάζει περισσότερο τις μονάδες που δεν διαθέτουν ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και έχουν περιορισμένη δυνατότητα μετακύλισης του πρόσθετου κόστους στους πελάτες τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, βάσει της σχετικής μελέτης φορολογικής ανταγωνιστικότητας του ΙΝΣΕΤΕ και της PwC, η φορολογική επιβάρυνση συνδέεται με κατά 38,4% χαμηλότερα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) σε σύγκριση με την Κύπρο, στην περίπτωση ξενοδοχείων που δεν μπορούν να μετακυλίσουν το πρόσθετο κόστος στις τιμές τους.
Παράλληλα, η Ελλάδα κατατάσσεται στην πέμπτη θέση μεταξύ επτά ανταγωνιστικών μεσογειακών χωρών ως προς την τουριστική φορολογική ανταγωνιστικότητα, ενώ στην ευρύτερη φορολογική ανταγωνιστικότητα βρίσκεται στην τρίτη θέση.
Πρόσθετη επιβάρυνση συνιστά το τέλος ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση, με τη μελέτη να επισημαίνει ότι οι εισπράξεις από το συγκεκριμένο τέλος αντιστοιχούν περίπου στο 4% του κύκλου εργασιών των ξενοδοχείων.
Το 14% των θέσεων εργασίας παραμένει κενό
Σημαντική πρόκληση αποτελεί και η κάλυψη των αναγκών του κλάδου σε ανθρώπινο δυναμικό, παρά τη μεγάλη συμβολή του στην απασχόληση. Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, το 14% των θέσεων εργασίας στον τουρισμό παρέμεινε κενό το 2025, ενώ οι απασχολούμενοι σε καταλύματα και εστίαση ανήλθαν σε 475.000 κατά το τρίτο τρίμηνο, αντιπροσωπεύοντας το 17% της συνολικής απασχόλησης.
Παράλληλα, μόλις το 24% των εργαζομένων στα ξενοδοχεία είναι απόφοιτοι τουριστικών σχολών, στοιχείο που αναδεικνύει τα περιθώρια ενίσχυσης της εκπαίδευσης και της κατάρτισης.
Στην ανάγκη να αποτελέσει ο τουρισμός μια ουσιαστική επιλογή επαγγελματικής σταδιοδρομίας και όχι απλώς μια εποχική απασχόληση αναφέρθηκε και η Έλενα Γκίνα - Πετρουλάκη, Chief People Officer της Costa Navarino, επισημαίνοντας τη σημασία της εργασιακής ασφάλειας, των συνθηκών απασχόλησης και των ευκαιριών εξέλιξης.
Ο τουρισμός ως αντίβαρο στο δημογραφικό
Μια διαφορετική διάσταση της τουριστικής ανάπτυξης, που συνδέεται με τη συγκράτηση του πληθυσμού και τη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας στην περιφέρεια, ανέδειξε η Φαίη Μακαντάση, διευθύντρια ερευνών της διαΝΕΟσις.
Όπως ανέφερε, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σε πέντε περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα, τη Σαντορίνη, τη Μύκονο, την Κω, τη Νάξο και το Ρέθυμνο, οι γεννήσεις υπερβαίνουν τους θανάτους, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα αντιμετωπίζει έντονο δημογραφικό πρόβλημα.
Στην ίδια κατεύθυνση, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο της έρευνας του ΙΝΣΕΤΕ, το Νότιο Αιγαίο και η Κρήτη ήταν οι δύο περιφέρειες που κατέγραψαν αύξηση πληθυσμού μεταξύ των απογραφών του 2011 και του 2021, σε αντίθεση με τη γενικότερη τάση συρρίκνωσης που παρατηρήθηκε στη χώρα.
Ειδικότερα, ο πληθυσμός του Νοτίου Αιγαίου αυξήθηκε κατά 6,1% και της Κρήτης κατά 0,2%, όταν στο σύνολο της Ελλάδας καταγράφηκε μείωση 3,1%. Στις υπόλοιπες περιφέρειες οι απώλειες έφτασαν έως και το 10,3%.
Κατά τη Φ. Μακαντάση, τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν τη δυνατότητα του τουρισμού να λειτουργήσει ως αντίβαρο στις δημογραφικές πιέσεις, δημιουργώντας ευκαιρίες απασχόλησης και οικονομικής δραστηριότητας που μπορούν να συμβάλουν στη συγκράτηση του πληθυσμού στην περιφέρεια.
