Η νέα Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που έχει υποβάλει η Costa Perla Α.Ε. προβλέπει την προσθήκη πέντε προβλητών και σειράς έργων προστασίας και διαμόρφωσης της ακτής, μονάδας αφαλάτωσης, φωτοβολταϊκής εγκατάστασης, καθώς και συγκροτήματος τριών κτιρίων για τη διαμονή έως 225 εργαζομένων. Οι παρεμβάσεις δεν μεταβάλλουν τη συνολική δυναμικότητα του Σύνθετου Τουριστικού Καταλύματος, η οποία παραμένει στις 271 κλίνες.
Η νέα διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης ακολουθεί την τροποποιητική Κοινή Υπουργική Απόφαση του περασμένου Απριλίου, με την οποία είχε διευρυνθεί το γήπεδο της επένδυσης και είχαν αναθεωρηθεί τα πολεοδομικά μεγέθη του συγκροτήματος.
Το έργο, σύμφωνα με τη νέα ΜΠΕ, βρίσκεται σε κατασκευαστική φάση, με τη σταδιακή ολοκλήρωση των εργασιών που έχει αναλάβει η ΕΚΤΕΡ να τοποθετείται έως τον Μάρτιο του 2028 και τη Six Senses να αναφέρει πλέον ως έτος έναρξης λειτουργίας του resort το 2028.
«Η μελετώμενη επένδυση αφορά σε τουριστικό προϊόν υψηλής ποιότητας, με ιδιαίτερη έμφαση στον τουρισμό ευεξίας, αναζωογόνησης και προσωποποιημένων εμπειριών φιλοξενίας, στοιχεία τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερα αυξημένη δυναμική στη διεθνή τουριστική αγορά τα τελευταία έτη», επισημαίνεται στη σχετική ΜΠΕ.
Τα νέα έργα
Ξεχωριστό σκέλος του νέου σχεδιασμού αποτελεί η δημιουργία υποδομών για τη διαμονή του προσωπικού του resort. Στο βόρειο τμήμα της επέκτασης του ακινήτου προβλέπεται να αναπτυχθούν τρία κτίρια με συνολικά 113 δωμάτια και δυναμικότητα 225 κλινών.
Πρόκειται για δύο τριώροφα και ένα διώροφο κτίριο, στα οποία, πέραν των δωματίων, χωροθετούνται κοινόχρηστες κουζίνες και πλυντήρια, γυμναστήριο και άλλες υποστηρικτικές λειτουργίες. Στο ίδιο συγκρότημα εντάσσονται χώροι που εξυπηρετούν συνολικά τη λειτουργία του ξενοδοχείου.
Η ΜΠΕ συνδέει την ανάπτυξη των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων με τις αυξημένες ανάγκες στέγασης εργαζομένων σε τουριστικές περιοχές με έντονη εποχική ζήτηση.
Αλλαγές καταγράφονται και στο μέτωπο της υδροδότησης. Σύμφωνα με τη μελέτη, το υφιστάμενο δημοτικό δίκτυο δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του συγκροτήματος σε πόσιμο νερό, ενώ εξετάστηκαν και εναλλακτικές λύσεις.
Η μεταφορά νερού με βυτιοφόρα κρίθηκε μη συμφέρουσα, καθώς εκτιμάται ότι θα μπορούσε να απαιτεί έως 12 δρομολόγια βαρέων βυτιοφόρων ημερησίως. Ως βασική λύση επιλέγεται έτσι η εγκατάσταση διπλής μονάδας αφαλάτωσης θαλασσινού νερού με αντίστροφη ώσμωση, ώστε να εξασφαλίζεται αδιάλειπτη λειτουργία ακόμη και σε περίπτωση συντήρησης ή βλάβης.
Η μονάδα προορίζεται να καλύπτει τις ανάγκες του ξενοδοχείου, των 12 βιλών και των εγκαταστάσεων προσωπικού, με τη συνολική ημερήσια ζήτηση να υπολογίζεται στη μελέτη περίπου στα 210 κυβικά μέτρα. Εφεδρικά προβλέπεται σύνδεση με το δημοτικό δίκτυο.
Για την αφαλάτωση προβλέπονται δύο υποθαλάσσιοι αγωγοί, ένας μήκους 61 μέτρων για την προσαγωγή θαλασσινού νερού και ένας μήκους 227 μέτρων για τη διάθεση του αλμολοίπου.
