Η Ένωση Ξενοδόχων Αθηνών Αττικής & Αργοσαρωνικού, σε συνεργασία με την GBR Consulting, δημοσιοποίησε τα αποτελέσματα της 22ης ετήσιας έρευνας Κίνησης & Απόδοσης (Benchmarking) για την απόδοση των ξενοδοχείων Αθήνας – Αττικής, η οποία καλύπτει την περίοδο Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου 2025.
Η έρευνα διενεργείται σε μηνιαία βάση και αποτυπώνει βασικούς δείκτες απόδοσης, όπως την πληρότητα, τη μέση ημερήσια τιμή δωματίου (ADR) και τα έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο (RevPAR), αποτελώντας εργαλείο τεκμηρίωσης των τάσεων στον ξενοδοχειακό κλάδο της περιοχής.
Το 2025 ολοκληρώθηκε
με οριακά θετικό πρόσημο για τα ξενοδοχεία της Αθήνας, με αύξηση σε όλους τους
βασικούς δείκτες σε σύγκριση με το 2023 και το 2024, αλλά με επιβράδυνση των
ρυθμών ανάπτυξης. Η μέση πληρότητα διαμορφώθηκε στο 77,1%, αυξημένη κατά 0,9%
σε σχέση με το 2024 και κατά 3,2% σε σχέση με το 2023.
Η μέση ημερήσια τιμή
δωματίου (ADR) ανήλθε στα 177 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 2,5% σε σύγκριση με το
2024 και 12,4% σε σύγκριση με το 2023. Το RevPAR διαμορφώθηκε στα 137 ευρώ,
παρουσιάζοντας αύξηση 3,4% έναντι του 2024 και 16,1% έναντι του 2023.
Η απόδοση του 2025
ενισχύθηκε κατά τους μήνες Ιανουαρίου – Μαρτίου και Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου, με
την πληρότητα να αυξάνεται κατά 5,3% και το ADR κατά 5,4% σε σύγκριση με το
2024. Αντίθετα, κατά την περίοδο Απριλίου – Οκτωβρίου καταγράφηκε μείωση
πληρότητας κατά 1,2%, ενώ το ADR αυξήθηκε κατά 2,7%.
Οι μηνιαίες
διακυμάνσεις του 2025 καταδεικνύουν την ενίσχυση των «πλάγιων» μηνών, Μάρτιου,
Απρίλιου, Νοέμβριου και Δεκέμβριου, καθώς και σημαντικές επιδόσεις των πρώτων
μηνών του έτους. Αντίθετα, ορισμένοι μήνες αιχμής εμφάνισαν ήπια κάμψη,
στοιχείο που χρήζει προσεκτικής παρακολούθησης.
Η Αθήνα σε σύγκριση με δέκα (10)
τουριστικά νευραλγικές πόλεις: Στο σύνολο του έτους, η Αθήνα
διατηρήθηκε εντός της πρώτης πεντάδας ως προς τη ζήτηση, αν και υποχώρησε από
την τρίτη θέση που κατείχε το 2024. Παρουσίασε υψηλότερη πληρότητα από την
Μαδρίτη, το Μόναχο, το Βερολίνο, τη Βιέννη και την Κωνσταντινούπολη, με το
Λονδίνο να αποτελεί τη μόνη αγορά που ξεπέρασε το όριο του 80%. Παρά τη θετική αυτή
επίδοση, οι τιμές της Αθήνας παρέμειναν από τις χαμηλότερες μεταξύ των
ανταγωνιστικών αγορών, κατατάσσοντάς την στην έβδομη μεταξύ των έντεκα
ευρωπαϊκών πόλεων. Από πλευράς ADR (177€) η Αθήνα βρίσκεται εκτός πεντάδας,
γεγονός που καταδεικνύει ότι, παρά την υψηλή ζήτηση, εξακολουθεί να υπάρχει
περιθώριο βελτίωσης στη μέση τιμή, υπό την προϋπόθεση ενίσχυσης των υποδομών
και της συνολικής εμπειρίας του επισκέπτη. Την ίδια στιγμή η ταχεία αύξηση της
προσφορά κλινών όλων των τύπων στην πόλη, δημιουργεί ένα ιδιαίτερα
ανταγωνιστικό περιβάλλον, το οποίο απαιτεί προσεκτική διαχείριση, ώστε η
τιμολογιακή πολιτική να αντανακλά την πραγματική αξία της Αθήνας.
Σε συνδυασμό με την 20η Ετήσια Έρευνα Ικανοποίησης Επισκεπτών και Απόδοσης Ξενοδοχείων
Αθήνας- Αττικής (2024) της ΕΞΑ, προκύπτει ότι οι υποδομές της
πόλης – μέσα μεταφοράς, καθαριότητα, δημόσιοι χώροι και προσβασιμότητα–
χρειάζονται ουσιαστική και συντονισμένη αναβάθμιση. Η βελτίωσή τους αποτελεί
κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της ποιότητας και της ποσότητας του
τουρισμού, όσο και για την καθημερινότητα των κατοίκων, καθώς η εμπειρία του
επισκέπτη συνδέεται άμεσα με τη συνολική εικόνα και τη λειτουργικότητα της
πόλης. Η ενίσχυση των υποδομών αποτελεί προϋπόθεση για να μπορέσει η Αθήνα να
αξιοποιήσει πλήρως τη δυναμική της.
Σε αυτό το περιβάλλον
το νέο κανονιστικό πλαίσιο για τη βραχυχρόνια μίσθωση, αποτελεί ένα βήμα προς
την εξισορρόπηση της αγοράς, ωστόσο απαιτείται συνεχής παρακολούθηση και
στοχευμένες παρεμβάσεις και βελτιώσεις ανά δήμο, προκειμένου να διασφαλιστεί η
ομαλή συνύπαρξη όλων των μορφών φιλοξενίας και η προστασία της ποιότητας ζωής
των κατοίκων.
Τόσο η ενίσχυση του πολιτιστικού και συνεδριακού τουρισμού όσο και η προώθηση
εναλλακτικών μορφών τουρισμού, μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη μείωση της
εποχικότητας και στη γεωγραφική διασπορά των οφελών, ενισχύοντας την ταυτότητα
της Αθήνας ως προορισμού δωδεκάμηνης λειτουργίας. Η σύνδεση του τουρισμού με
την τοπική παραγωγή και τη γαστρονομία, σε συνδυασμό με στοχευμένες επενδύσεις
σε λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές, δύναται να ενισχύσουν την ταυτότητα του
προορισμού και να υποστηρίξει ένα πιο ισορροπημένο και βιώσιμο μοντέλο
ανάπτυξης.
Το 2025 επιβεβαιώνει
ότι ο ελληνικός τουρισμός –και ειδικά η Αθήνα– εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου
η ποιοτική, βιώσιμη και κοινωνικά ισορροπημένη ανάπτυξη αποτελεί τον βασικό
στόχο. Η Ένωση Ξενοδόχων Αθήνας–Αττικής & Αργοσαρωνικού θα συνεχίσει να
συμβάλλει ενεργά με τεκμηριωμένες προτάσεις, έρευνες και συνεργασίες, ώστε η
Αθήνα να παραμείνει ένας σύγχρονος, ανταγωνιστικός και ανθρώπινος προορισμός,
αντάξιος της ιστορίας και της δυναμικής της.



