Σελίδες

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Γιατί επανέρχεται στο τραπέζι η ρύθμιση των 120 δόσεων – Το «βάρος» των χρεών και ο φαύλος κύκλος της προκαταβολής φόρου

 

Με την κυβέρνηση να προετοιμάζει το πακέτο μέτρων της επόμενης ΔΕΘ, δίνοντας αυτή τη φορά έμφαση στη φορολογική ελάφρυνση των επιχειρήσεων, οι φορείς της αγοράς επαναφέρουν με ένταση δύο πάγιες διεκδικήσεις: μια νέα γενναία ρύθμιση οφειλών έως 120 δόσεις και τη δραστική μείωση της προκαταβολής φόρου.

Η συζήτηση δεν γίνεται σε κενό. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία έχουν εκτιναχθεί στα 112 δισ. ευρώ, ενώ τα χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία προσεγγίζουν τα 50 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ένα «βουνό» οφειλών που διογκώνεται διαρκώς, παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών και την αύξηση των φορολογικών εσόδων.

Το αίτημα για 120 δόσεις και το επιχείρημα της αγοράς

Επαγγελματικοί και εμπορικοί φορείς, όπως το ΕΒΕΑ και η ΕΣΕΕ, ζητούν την επαναφορά μιας ρύθμισης 120 δόσεων που θα καλύπτει τόσο παλαιές όσο και νέες οφειλές, προσφέροντας ουσιαστική ανάσα σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους.

Το βασικό επιχείρημα είναι ότι το υφιστάμενο πλαίσιο δεν επαρκεί. Η πάγια ρύθμιση της εφορίας περιορίζεται στις 24 δόσεις, ενώ ο εξωδικαστικός μηχανισμός –τον οποίο επικαλείται συχνά το οικονομικό επιτελείο ως εναλλακτική– αφορά κυρίως οφειλές άνω των 10.000 ευρώ και δεν καλύπτει μεγάλο μέρος των μικρότερων επαγγελματιών που «κολλάνε» μεταξύ τρεχουσών υποχρεώσεων και παλαιών χρεών.

Οι φορείς της αγοράς αναγνωρίζουν ότι μια νέα ρύθμιση 120 δόσεων έχει δημοσιονομικό κόστος, το οποίο εκτιμούν κοντά στα 3 δισ. ευρώ. Ωστόσο, αντιτείνουν ότι τα καθαρά έσοδα για το Δημόσιο θα είναι πολλαπλάσια, καθώς σήμερα ένα μεγάλο μέρος αυτών των οφειλών παραμένει ανείσπρακτο και ουσιαστικά «νεκρό».

Ακόμη και στο επιχείρημα ότι πολλοί οφειλέτες δεν καταφέρνουν να διατηρήσουν τις ρυθμίσεις σε βάθος χρόνου, η απάντηση είναι απλή: αν ένας επαγγελματίας πληρώσει 30 ή 40 δόσεις και στη συνέχεια «σπάσει» τη ρύθμιση, το κράτος θα έχει ήδη εισπράξει ποσά που διαφορετικά θα παρέμεναν στα ληξιπρόθεσμα.

Η προκαταβολή φόρου ως δομικό πρόβλημα ρευστότητας

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για την προκαταβολή φόρου, ένα μέτρο που ισχύει από το 1994 και ενισχύθηκε σημαντικά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Σήμερα, οι επιχειρήσεις καλούνται να προκαταβάλουν το 80% του φόρου εισοδήματος της επόμενης χρήσης, μετά την αφαίρεση τυχόν παρακρατήσεων.

Στην πράξη, πρόκειται για προείσπραξη φόρου με βάση τα κέρδη της τρέχουσας χρήσης, η οποία ανακυκλώνεται κάθε χρόνο: ο φόρος επιστρέφεται και προκαταβάλλεται εκ νέου, δημιουργώντας έναν μόνιμο βρόχο πίεσης στη ρευστότητα των επιχειρήσεων. Για τις νεοσύστατες επιχειρήσεις προβλέπεται μειωμένη προκαταβολή 50% για τις τρεις πρώτες χρήσεις, χωρίς όμως αυτό να αλλάζει τη γενική εικόνα.

Η συζήτηση αναζωπυρώθηκε μετά και από τη δημόσια αναφορά του πρωθυπουργού, στα τέλη του 2025, ότι «οι επιχειρήσεις έχουν κέρδη ακόμη και με μειωμένους φορολογικούς συντελεστές και μπορούν τελικά να εισφέρουν περισσότερο στον κρατικό προϋπολογισμό», αφήνοντας ανοιχτό –με έναν χαρακτηριστικό «αστερίσκο»– το ενδεχόμενο αλλαγών στο καθεστώς της προκαταβολής από το 2027.

Οι «παραλογισμοί» της υφιστάμενης πρακτικής

Οι φορείς της αγοράς υποστηρίζουν ότι η προκαταβολή φόρου, όπως εφαρμόζεται σήμερα, περιέχει σοβαρές στρεβλώσεις. Προτείνουν αρχικά τη μείωσή της στο 40%, ενώ το ΕΒΕΑ έχει φτάσει να εισηγείται ακόμη και τον πλήρη μηδενισμό της.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση πώλησης ακινήτου από μια επιχείρηση. Το έσοδο αυτό φορολογείται κανονικά, αλλά ταυτόχρονα «φουσκώνει» την προκαταβολή φόρου, παρότι πρόκειται για άπαξ συναλλαγή που δεν επαναλαμβάνεται. Έτσι, η επιχείρηση καλείται να προκαταβάλει φόρο για μελλοντικά κέρδη που ενδέχεται να μην υπάρξουν ποτέ.